Το θέμα του καθολικού βασικού εισοδήματος χει προκαλέσει το ενδιαφέρον τον τελευταίο καιρό, τόσο του Μπέρνι Σάντερς, που έχει δηλώσει πως υποστηρίζει την ιδέα, όσο και του Μαρκ Ζούκερμπεργκ, διευθύνοντα συμβούλου της Facebook, και άλλων δισεκατομμυριούχων του τεχνολογικού τομέα.
των ANTTI JAUHIAINEN, JOONA-HERMANNI MAKINEN / THE NEW YORK TIMES
Η βασική ιδέα πίσω από το καθολικό βασικό εισόδημα είναι πως δίνοντας, χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, μετρητά σε όλους τους πολίτες, είτε έχουν εργασία είτε όχι, θα περιοριστούν η φτώχεια και η ανισότητα και θα ενισχυθεί η ατομική ελευθερία.
Μέχρι σήμερα, η ιδέα εξετάζεται κυρίως θεωρητικά, με εξαίρεση ορισμένα πειράματα τοπικού χαρακτήρα και μικρής κλίμακας στις ΗΠΑ το 1970 και στην Ουτρέχτη της Ολλανδία στις μέρες μας. Γι’ αυτόν τον λόγο στράφηκε το ενδιαφέρον στις αρχές του 2017 στη Φινλανδία, όπου η κυβέρνηση άρχισε να δοκιμάζει σε πειραματικό στάδιο την ιδέα του καθολικού βασικού εισοδήματος. Ούσα πλούσια χώρα-μέλος της Ε.Ε. και διαθέτοντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κοινωνικών δαπανών, η Φινλανδία φάνταζε ως ιδανική περίπτωση για να δοκιμαστεί αυτό το πείραμα στην κοινωνική πρόνοια.
Στην πραγματικότητα, όμως, το φινλανδικό πείραμα σχεδιάστηκε πρόχειρα και δεν αποτελεί παρά προϊόν δημοσίων σχέσεων. Το φινλανδικό ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων (Kela) επέλεξε τυχαία 2.000 πολίτες από 25 έως 58 ετών, που ήδη λάμβαναν κάποιου είδους επίδομα ανεργίας. Το κράτος προσφέρει σε ανθρώπους που ήταν άνεργοι ένα ή περισσότερα χρόνια μηνιαίο επίδομα ύψους 560 ευρώ, από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018, άσχετα από το αν έχουν επιπλέον εισοδήματα.
Ωστόσο, ο αριθμός των πολιτών που λαμβάνει το καθολικό βασικό εισόδημα περικόπηκε στο ένα πέμπτο σε σχέση με την αρχική πρόταση και πλέον το δείγμα είναι πολύ μικρό ώστε να έχει επιστημονική αξία. Αντί να δώσει χρήματα σε όλους χωρίς προϋποθέσεις, το πείραμα αποτελεί ουσιαστικά μια μορφή παροχής επιδόματος ανεργίας χωρίς προϋποθέσεις.
Με άλλα λόγια δεν υπάρχει ο χαρακτήρας του καθολικού σε αυτή την εκδοχή του καθολικού βασικού εισοδήματος. Ετσι ακόμη και όταν δημοσιευθούν τα επίσημα αποτελέσματα του πειράματος το 2019, θα αποκαλύπτουν ελάχιστα στοιχεία (σίγουρα πολύ λιγότερα απ’ ό,τι θα ήταν εφικτό) σχετικά με τις επιπτώσεις που θα είχε η καθολική παροχή μετρητών χωρίς προϋποθέσεις στην εισοδηματική ανισότητα, στην ποιότητα ζωής ή στη στάση των ανθρώπων απέναντι στην εργασία.
Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, προοδευτικοί Φινλανδοί είχαν αρχίσει να εξετάζουν με ποιον τρόπο η διανομή εισοδήματος δίχως προϋποθέσεις θα μπορούσε να επηρεάσει τη φτώχεια και την ανισότητα που ήταν αποτέλεσμα της μείωσης της απασχόλησης στη βιομηχανία.
Η θεωρία που είχε προταθεί ήταν ότι η λήψη εγγυημένου εισοδήματος θα μπορούσε να απελευθερώσει όλους τους πολίτες και να επιτρέψει σε ομάδες ανθρώπων, όπως στους ανέργους, στους φοιτητές ή σε νοικοκυρές και σε ηλικιωμένους να συνεισφέρουν στην κοινωνία μέσω της φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων, μέσω φιλανθρωπικού έργου ή καλλιτεχνικού έργου.
Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε η συντηρητική κυβέρνηση να προωθήσει ένα αριστερό πρόγραμμα επιδοματικής πολιτικής εν μέσω οικονομικής κρίσης; Δεν θα μπορούσε, και μάλιστα η κυβέρνηση δεν έκρυψε πως δεν έβλεπε το πείραμα ως προσπάθεια απελευθέρωσης των φτωχών ή καταπολέμησης της ανισότητας, αλλά ως «προώθηση της απασχόλησης».
Το καθολικό βασικό εισόδημα μπορεί να πετύχει μόνο αν αφορά περισσότερους ανθρώπους, όχι μόνο τους ανέργους, και αν υπάρχει συνέχεια στην πολιτική. Η κυβέρνηση πρέπει να επεκτείνει το πρόγραμμα μετά το 2018 και να εφαρμόσει τις βασικές του ιδέες. Μόνο έτσι θα τιμήσει την παράδοση της Φινλανδίας στην καινοτόμα κοινωνική πολιτική.
πηγή: Έντυπη Καθημερινή